ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ
Εφιάλτης των επιχορηγήσεων (μακρύ διήγημα για σύντομη ζωή)
Αποκοιμήθηκα σ’ έναν εφιάλτη. Έγραφα, λέει, την αίτηση για την επιχορήγηση χορού, αλλά δεν ήμουν στο γραφείο μόνος μου, ήμασταν στοιβαγμένοι πολλοί μπροστά σε ένα τραπέζι που παίζαμε τριανταμία. Εγώ είχα ήδη τραβήξει και έπρεπε να τραβήξω άλλο ένα, αλλά να προσέξω να μην καώ. Κοίταζα τα κλεισμένα χαρτιά από τα οποία έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα χαρτί για να ποντάρω, ένα ήταν Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός, δίπλα του για καθαρόαιμη παράσταση σύγχρονου χορού. Το τρίτο, να κάνω αίτηση για εκπαιδευτικό πρόγραμμα; τέταρτο, να κάνω αίτηση για λαϊκό πολιτισμό; Ο διάβολος με τη μορφή του παλιού εαυτού μου μέσα μου έλεγε να βροντήξω το τραπέζι, να αρνηθώ να πάρω χαρτί, να κατηγορήσω γενικά τα τυχερά παιχνίδια και να απαιτήσω να μην παίζει κανείς στοίχημα.
Και εκεί που είχα παγώσει, αναποφάσιστος, μπερδεμένος, αγχωμένος, και άλλαζα κάθε στιγμή τι να διαλέξω, αισθάνομαι ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο, γυρνάω πίσω μου και βλέπω μια κοπέλα, μα μια κοπέλα σαν νερένιο αρχαίο άγαλμα, φορούσε άσπρο, λεπτό, ριχτό φόρεμα και εσπαντρίγιες σαν αρχαία σανδάλια, ολόιδια αρχαία Ελληνίδα. Ήταν το φάντασμα της πρώτης χορεύτριας που ερωτεύτηκα και για χάρη της ξεκίνησα χορό και κατέληξα εδώ, εμπρός σε αυτά τα χαρτιά να πρέπει να διαλέξω. Και την ρωτάω με αγωνία τι να κάνω, αλλά αυτή μου απαντά με μια φωνή που δεν ήταν όπως τη θυμόμουν, σαν αιώνια άνοιξη, αλλά σοβαρή, διδακτική: Κωστή, θυμήσου τον Βάσο Κανέλλο, τον πρώτο άνθρωπο του χορού που γνωρίζουμε ότι πήρε κρατική ενίσχυση, από τον Βενιζέλο, τον Ελευθέριο. Οι ενισχύσεις στον χορό πρωτοξεκινήσανε σαν ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας. Ο Βάσος Κανέλλος συνέδεε τον σύγχρονο χορό με την αρχαιότητα, άρα εξυπηρετούσε το αφήγημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους. Για τον ίδιο λόγο ενισχύθηκαν και οι Δελφικές γιορτές, η Κούλα Πράτσικα και οι γύρω από αυτήν. Φαντάσου ότι η Ραλλού Μάνου, αμέσως μετά την Κατοχή, εν μέσω εμφυλίου, παίρνει οικονομική στήριξη να φύγει στην Αμερική και επιστρέφει και αυτή με το όραμα της σύνδεσης της αρχαιότητας με τον σύγχρονο χορό.
Το κατάλαβα, της απαντώ, θα κάνω πρόταση να κάνω παράσταση με θέμα από την ελληνική κουλτούρα ή την Ιστορία, θα την συνδέσω με το τώρα, θα κάνω με θέμα τα ρεμπέτικα ή παραδοσιακά μακεδονίτικα και θα τα αποδομώ, θα δείχνω πόσο έμφυλα προκαθορισμένα είναι ή θα κάνω για τα Δεκεμβριανά και την Ιστορία σαν θέαμα. Αυτή με κοιτάζει και μου λέει: Αχ βρε Κωστή, γι’ αυτό δεν σε παντρεύτηκα, γιατί ποτέ σου δεν θα πετύχεις, και η φιγούρα της αρχίζει να φεύγει μακριά.
Και ξαναγυρνάω προβληματισμένος στα χαρτιά, ενώ ο γκρουπιέρης χτυπάει το δάχτυλό του σαν να μετράει: 1 Νοέμβρη, 2, 3, 4… 28, 29. Μετά από λίγο αισθάνομαι δεύτερο άγγιγμα, γυρνάω και αυτή τη φορά είναι ο Σημίτης, ο οποίος επιπλέον τραγουδά το Κώστα Μίχο, το τραγούδι που έγραψε ο Μικρούτσικος, αλλά είναι χλωμός και το κεφάλι του γυρνάει συνέχεια σαν του κοριτσιού στον Εξορκιστή, και η φωνή που βγαίνει από μέσα του είναι της Νατάσσας Χασιώτη. Και όλα γύρω μου έχουν αλλάξει, τώρα είμαι σε ένα καζίνο τεράστιο, αλλά το καζίνο είναι μέσα σε μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων, και χιλιάδες καλλιτέχνες κολυμπούν και παίζουν και όλοι κερδίζουν. Και μου λέει ο Σημίτης, αλλά από μέσα του ξεφεύγει η φωνή της Νατάσσας: Ζήτα τα περισσότερα χρήματα, δίνουν τόσο πολλά στον πολιτισμό όχι διότι τον εκτιμούν, αλλά για να αυξηθεί ο τζίρος, έτσι δικαιολογούν να δώσουν πολύ περισσότερα σε άλλους. Πίσω από την ενίσχυση της τέχνης είναι η ρεμούλα, όσο διαρκέσει. Και μην ανησυχείς, η αριστερά, «η του εποικοδομήματος», ποντάρισε ταυτίζοντας την πρωτοπορία με την προοδευτικότητα, οπότε μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, όσο διαρκέσει. Θα το δεχτούν, είναι υποχρεωμένοι διότι παριστάνουν τους εκσυγχρονιστές.
Και ξανακοιτάζω τα χαρτιά και λέω: Εντάξει, θα κάνω παραστάσεις στα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας μαζί με τους κατοίκους, την Κυρά Ελένη να μας λέει ιστορίες, θα μπαίνουμε στα σπίτια και θα χορεύουμε όλοι μαζί με τους κατοίκους, μετά θα πάω να ανοίξω τα κελιά των Γερμανών στην πλατεία Κοραή, μετά θα πάω στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και θα συναντάω λιμενεργάτες. Αυτός θα είναι ο κόσμος μου, ο κόσμος της "επερχόμενης αριστεράς". Αλλά τότε ο Σημίτης αρχίζει να γυρνάει όλο και πιο γρήγορα και οι ελιές στο πρόσωπό του αρχίζουν να σκάνε σαν φούσκες και αυτός εξαφανίζεται μέσα σε αυτές, αρχίζουν όλοι να παρασύρονται ώσπου εξαφανίζονται, πάει και η κυρία Ελένη, χάνεται σαν σκόνη που υπάρχει ακόμα έξω από το σπίτι της. Τρέχω μέσα στο όνειρο να τη βρω στα προσφυγικά, στον δεύτερο δρόμο, στο ακριανό σπίτι, που στα σκαλάκια του έβγαινε και μας αφηγούνταν ιστορίες. Δεν την βλέπω, βρίσκω μόνο κάποια συνέλευση, δεν τους ξέρω, ούτε με ξέρουν, ούτε θέλουν να με μάθουν.
Και τότε αρχίζω να φοβάμαι, διότι ξέρω από το διήγημα του Ντίκενς ότι τώρα θα έρθει το τρίτο φάντασμα, του μέλλοντος, και θα είναι τρομακτικό. Κοιτάζω δεξιά αριστερά και πράγματι όλα γύρω μου είναι εφιαλτικά, είμαστε ξαπλωμένοι σε φορεία εφημερεύοντος νοσοκομείου, όλοι οι χορογράφοι, ξαπλωμένοι, κολλητά το ένα κρεβάτι στο άλλο, μέσα στα αίματα δικά τους ή των διπλανών διότι τσακώνονται και αρπάζονται. Απέναντί μας δεν είναι γιατροί αλλά λογιστήρια, και στα γκισέ των ταμείων κάθε τόσο κάποιος σηκώνεται με πολύ επίσημο τρόπο και ρωτάει: Θέλετε ράμματα; Ξέρετε πόσο κοστίζουν; Πόσα ράμματα θέλετε ακριβώς; Και μας πετάνε λογιστικά φύλλα. Κι εσύ πρέπει να γράψεις πόσα ράμματα χρειάζεσαι ανά φύλλο excel, ενώ δεν μπορείς να δεις πόσο είναι ανοιγμένο το κεφάλι σου. Αν πεις λίγα, υπάρχει πιθανότητα να μην φτάνουν να ράψεις το κεφάλι, αν πεις πολλά, μπορεί να σου πουν ότι δεν έχουν αρκετά. Και περιμένεις από το πρωί μέχρι το βράδυ ανάσκελα μέσα στα αίματα και δεν ξέρεις πότε θα έρθει ο γιατρός ή το ΕΚΑΒ, ποιος είναι το φάντασμα από αυτούς; Και μετά παρατηρείς μια φιγούρα ψηλή, μακριά στην σειρά να σκύβει από πάνω από τα φορεία. Σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι νοσοκόμος, αλλά μοιάζει και με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου και σε αυτόν τον εφιάλτη αυτή, λέει, προσπαθεί να δει τις χορογραφικές σημειώσεις που κρατάς σφιχτά με ματωμένα τα χέρια και εσύ προσπαθείς να τις κρύψεις, αλλά όταν τα κουνάς δεξιά για να κρύψεις τις ιδέες σου για τους ανάπηρους, ξεπροβάλλουν οι σημειώσεις με ιδέες για εφήβους, τις κρύβεις, τότε φαίνονται οι σημειώσεις με ιδέες για δημόσιους χώρους και όλο κουνάς τα ματωμένα χέρια… Και περιμένεις το ΕΚΑΒ να έρθει και δεν έρχεται και σκέφτεσαι άντε να ζητήσεις ιδιωτικό, αλλά ούτε το ιδιωτικό έρχεται, υπάρχει μόνο αυτή η νοσοκόμα η οποία παίρνει κάθε τόσο ένα κρεβάτι και το σπρώχνει, το πάει στην ταράτσα, και από εκεί, λένε, κάνοντας πάρτι τα εκτοξεύουν στον αέρα, και όσοι είναι σε αυτά τα κρεβάτια είναι χαρούμενοι ασθενείς, λένε «εμείς γλιτώσαμε» και χαίρονται. Αλλά όσο δυνατή κι αν είναι η Αφροδίτη Παναγιωτάκου, πόσο μπορεί να μείνουν στον αέρα;
Τότε είναι που έπεσε η ματιά μου στα χέρια μου και δεν ήταν ολόκληρα, το βιογραφικό μου και οι σημειώσεις μου έχουν χαθεί, και τα χέρια μου έχουν αρχίσει να γίνονται άυλα, και σκέφτομαι παραξενεμένος ότι εγώ είμαι φάντασμα. Και είμαι φάντασμα διότι, αντίθετα με τους ζωντανούς, εγώ παιδεύομαι αιώνια με υπαρξιακά προβλήματα. Σε τι ήμουν καλός; Τι καλό έχω κάνει; Τι ανθρώπους έχω αγγίξει; Μήπως να κάνω αίτηση για εκπαιδευτικό πρόγραμμα επιμόρφωσης ΑΙ συγγραφής αιτήσεων για 67χρονους χορευτές, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν το Υπουργείο που τους εξαιρεί αν δεν έχουν πετύχει ακόμα; Μα το πρόβλημά μου είναι ότι είμαι ο μόνος πραγματικά γέρος που χορεύει, αλλά χορεύω όπως θυμάμαι, σαν νέος, και οι νέοι θέλουν να φτιάχνουν προγράμματα που οι γέροι να χορεύουν σαν γέροι.
Κανείς δεν με βλέπει πια, ενώ εγώ τους βλέπω, όλους, και αυτούς που αεριοπροωθούνται και τους πολλούς, σε απόγνωση, να προσπαθούν να μπουν στα επείγοντα, μπας και τους αγγίξει. Και βλέπω μακριά πάλι την πρώτη κοπέλα που αγάπησα να μου γνέφει και να μου λέει: Κωστή, η ομορφιά δεν είναι αρκετή δύναμη, νόμιζες ότι εσύ θα γίνεις η Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα είναι αυτό.
Εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένας διαπεραστικός ήχος και βρίσκομαι στο κρεβάτι μου στο δωμάτιό μου, είναι 11 το πρωί και ο ήχος έρχεται από το κινητό, είναι μια ειδοποίηση ότι έχει έρθει mail. Και ανακουφίζομαι, ουφ, ευτυχώς όλο αυτό ήταν ένας εφιάλτης. Και χωρίς να βλέπω καλά ανοίγω το gmail και έχει ένα link, κάνουν, λέει, μια συζήτηση οι χορογράφοι για τις επιχορηγήσεις. Και τινάζομαι, σκέφτομαι να πλυθώ, να χτενιστώ, να τοποθετήσω την κάμερα εμπρός από ένα φόντο σοβαρό με πολλά βιβλία χορού και μετά να μπω να τους πω αυτά που ’χω μάθει τόσα χρόνια. Ότι οι επιχορηγήσεις δεν γίνονται για το καλό της τέχνης, επειδή η εξουσία δέχτηκε την ανάγκη ενίσχυσης της, αλλά διότι εξυπηρετούν τις βασικές πολιτικές της εξουσίας, πολιτικής αλλά και κοινωνικής, και ότι τώρα πια περάσαμε από τη στήριξη της κατασκευής της ταυτότητας του ελληνικού κράτους/έθνους και το φαγοπότι των εκσυγχρονιστών «αριστερών» στη φεουδαρχία των πολιτιστικών ολιγαρχών και ότι ίσως θα έπρεπε να συζητάμε και να φανταζόμαστε πως να κάνουμε τέχνη προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την τέχνη της εξουσίας, να βρούμε τους θεατές μας ξεφεύγοντας από τους θεατές της εξουσίας.
Και θέλω να μπω, σκέφτομαι, αχ! ας είναι ανάμεσα στους χορογράφους και η Λία Μελετοπούλου, που μας έδινε το θέατρό της, το Εργοστάσιο, και κάναμε όλοι παραστάσεις, να της ζητήσω συγγνώμη, διότι όταν ήμουν νέος θεωρούσα αυτονόητο το να μας δίνει το θέατρό της για να κάνουμε παραστάσεις και εγώ, όλοι εμείς, ονειρευόμασταν να γίνουμε σπουδαιότεροι, να πάμε σε Μέγαρα και ιδρύματα. Και τώρα που κόβονται τα χρήματα, το θέατρό της είναι κάτι τόσο αναγκαίο και λείπει.
Αλλά πατάω το join the zoom group και, ενώ βλέπω ότι ο host έχει ανοίξει, εμένα δεν με βάζουν μέσα. Και ξαναπατάω join και ξαναπατάω, τίποτα. Τι συμβαίνει; Δεν θέλουν να μπω στη συζήτηση; Θέλουν να πάρουν μόνο αυτοί τις επιχορηγήσεις; Μιλούν πίσω από την οθόνη μου για μένα; Μα αυτό είναι αδύνατον να συμβαίνει. Και τότε αρχίζω να αισθάνομαι ότι αυτός είναι ο εφιάλτης, τώρα είναι που είμαι μέσα σε εφιάλτη, και όλα τα άλλα ήταν αλήθεια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)